Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Σύγκρουση IV

Τα δυο της πόδια έχουν καρφωθεί στο ίδιο σημείο. Το σώμα της δεν γέρνει ούτε μπρος, ούτε πίσω. Σαν να ισορροπούν κλωστές, που τις τραβάει εκείνη η άλλη, η πιο παλιά
ίδια αυτή, αλλά τώρα άλλη. Το κεφάλι της έχει καλά τοποθετηθεί γυρτά προς τα εμπρός, σαν να μετανοεί. Η ίδια άλλη από απέναντι
μπλοφάρει πως τραβάει τις κλωστές του κεφαλιού, πως θα σηκώσει το κεφάλι στο ύψος του, την αφήνει να νομίζει..σαν να χαϊδεύει τον αέρα κινώντας τα νήματα της πρώτης. Η πρώτη κοιτάζει κ αρχίζει να κουνάει σαν απελευθερωμένη απ'τις κλωστές χέρια και πόδια σαν ξεκούρδιστη, μα το κεφάλι γυρτό. Η κλωστή αυτή δεν σπάει.Ένα αόρατο συρματόσχοινο. Δεν μπορεί να αποδεσμευτεί. Η άλλη , η πιο παλιά, η ίδια αυτή αλλά άλλη, συμπονεί , μα τεντώνει την κλωστή. Συγχωρεί μα προκαλεί πόνο με την κλωστή. Κατανοεί μα τραβάει το σχοινί, και η πρώτη νομίζει πως για μια στιγμή το κεφάλι της ξεκόλλησε. Και ξαφνικά η πρώτη νιώθει σαν να χει στα χέρια γκέμια. Τα κουνάει δειλά και βλέπει την ίδια άλλη απέναντι της να κουνιέται. Κι όσο η απέναντι τραβάει το κεφάλι της πρώτης προς τα κάτω, η πρώτη τραβάει τον κορμό της απέναντι προς το μέρος της. Θέλει να φτάσει η μία ν'αγγίξει την άλλη, μα σαν να καταλαβαίνει η πρώτη πως αυτό που τους χωρίζει σαν απόσταση, κάποιος το χε πει χρόνο. Ακόμα δεν καταλαβαίνει. Ακούει έναν ήχο σαν όνομα και βλέπει το όνομα της απέναντι να ανοιγοκλείνει. Δεν ακούει τίποτα. Θα φταίει ο χρόνος σκέφτεται. Βλέπει δυο μάτια απέναντι της να γελούν. Μαμά; ρωτάει. Ναι; Ακούει. Σ'αυτό μάλλον βοηθάει ο χρόνος.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Σύγκρουση III


Ένα χέρι με στροβιλίζει. Με σταματάει. Και ξανά γύρω γύρω. Και ξανά στοπ. Μια λεπτή σκιά πλησιάζει από πάνω μου. Βγάζω μια στριγκλιά καθώς νιώθω την σκιά να με τρυπάει . Ο πόνος γίνεται βαθύτερος, εκλεπτυσμένος πόνος. Και το α το δικό μου προκύπτει σχεδόν αβίαστα, ανάμεικτο με ανάσα και κόμπους. Ένας άντρας από πάνω μου χορεύει, μου γελάει και κάτι λέει. Επαναλαμβάνει τις κραυγές μου γελώντας. Θέλω να τον χτυπήσω και μετά να κλάψω από παράπονο. Δεν μπορώ να φωνάξω, πονάω. Μόνο α σε διάφορες μορφές ξεστομίζω και η λεπτή σκιά χοροπηδάει χωρίς να σταματάει την επίθεση. Ο άντρας χορεύει όλο και πιο γρήγορα και μου γελάει σχεδόν ξεκαρδισμένος. Έχω εκτροχιαστεί. Ουρλιάζω όλη την αλφάβητο με ακατάληπτους συνδυασμούς. Ο άντρας τραβάει τη λεπτή σκιά και ο πόνος σταματάει. Με πιάνει προσεκτικά στα χέρια του κι εγώ έχω σωπάσει ξαφνικά . Είμαι κάθιδρη από την ξαφνική αυτή φροντίδα, σαστισμένη. Μ'αγκαλιάζει και αφού με κοιτάξει τρυφερά, με τοποθετεί σ'ένα χάρτινο κρεβάτι . Μου κλείνει τα μάτια. Λιποθυμώ .

Σύγκρουση II

Δύο ξανά. Ποτέ ένα, θα ήταν συμμετρία, σύμπνοια, όχι σύγκρουση. Δύο ξανά, ίσως και τρία. Γυρτά , γυρτά στη μέση ή στην κορυφή. Ξεφλουδισμένα, σκουριασμένα κάγκελα , ακουμπάνε πιέζοντας το ένα το άλλο. Νωθρά και επίμονα το ίδιο σημείο.Σαν καμπυλωτός σταυρός, σαν τόξο, η πληγή ωστόσο πονάει σαν από βέλος.Πολυκαιρισμένα ακουμπάνε αφημένα το ένα στο άλλο. Τα κόκαλα της πλάτης τους θρυμματίζονται αργά και τα θρύμματα κυλάν σαν σκόνη στο περβάζι του μπαλκονιού. Και δεν βρέχει, μόνο φυσάει. Και τα δύο κάγκελα έχουν ξεχάσει και να ανασαίνουν ακόμη. Το πάνω δεν νιώθει πια τα χέρια του. Έχει γραπωθεί με δύναμη από ψηλά. Μόνο τα κόκαλα της πλάτης του νιώθει. Το σημείο εκείνο που αγγίζει το άλλο κάγκελο. Αυτό που το κουβαλάει από τότε που χτίστηκε αυτό το ερείπιο. Το κάτω κάγκελο δεν νιώθει πια τα πόδια του. Μεγάλο βάρος. Σε μουδιάζει να κουβαλάς αγάπη στις πλάτες σου από τα θεμέλια ως την εποχή της σκουριάς. Σεισμός! ή μάλλον όχι. Ιδανική η επιθυμία της διάλυσης. Να διαλυθούν, να μετουσιωθούν σε θρύψαλα που πέφτουν από ψηλά, χαμηλά μέσα στους υπονόμους αυτών των δρόμων. Την ονειροπόληση σταματάει αργό πιτσίλισμα φτερωτών πλασμάτων που κοντοστέκονται στο δεδομένο στήριγμα. Και δεν βρέχει για να ξεπλυθεί το δεδομένο απ'τις ντροπές του.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Σύγκρουση













Μπλα μπλα μπλα ... κ όλη η ουσία μαζεμένη σε δυο ήχους , μπλα μπλα μπλα με δυο χέρια, δυο μάτια, χωρίς σώμα... με μυρωδιά και χρώμα...λα λα λα λα καμία ουσία και όλο ερωτήσεις, κι όλο απαντήσεις χρονικές και ξανά μπλα μπλα μπλα. Δυο ήχοι που παλεύουν ποιος θα ακουστεί πιο δυνατά.. λα λα λα λα , δυο ήχοι που έχουν ξεστρατίσει. Καμία τονικότητα , καμιά ποιότητα, ρευστοί ήχοι, απροσδιόριστοι..παλεύουν,μάχονται, προχωράνε πότε πιο μπροστά ο ένας απ'τον άλλον , πότε πιο πίσω. ποτέ μαζί.ποτέ δίπλα δίπλα..Κι έρχεται ο αέρας..μπλα μπλα μπλα μπλα Δυνατός λα λα λα λα λα κι εκεί οι δύο ήχοι καλύπτονται..μέσα στην πάλη τους, κουράζονται και σιωπούν λα λα λα λα λα δεν πεθαίνουν, δεν σβήνουν, απλά σιωπούν. Ησυχάζουν. Κοιμούνται για λίγο, ύστερα ξυπνούν κι ο άνεμος έχει πια φύγει. Συνεχίζουν να σιωπούν, μπλα μπλα μπλα μπλα .. Άπνοια και γαλήνη..συγχρονίζονται στον ίδιο ρυθμό..πρώτα ψιθυριστά, σχεδόν υπόκωφα , κ ύστερα κλιμακώνουν. Το τραγούδι τους συναγωνίζεται τα πουλιά, τη θάλασσα, ακόμα και τον ήχο της μυρωδιάς. Χαμηλώνουν ξανά κι αρχίζουν να βαδίζουν λα λα λα λα πλάι πλάι προς τα πάνω. Σιωπηλοί.Συγκρουόμενοι.