Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

i fell

                                            
                                                                   
 
 
Για χρόνια βιαζόμουν πολύ, η ανυπομονησία μου , πήγαζε συνήθως ή μάλλον αποκλειστικά από μία ιδέα που μου είχε καρφωθεί στο κεφάλι.  Θα ζούσα όλη μου την ζωή σε μία ημέρα, δυστυχίες και μεγαλεία. Και μετά θα καθόμουν λες σε έναν υπαίθριο καναπέ και θα τα έβλεπα όλα σαν ταινία, με γαλήνη. Γελάστηκα κι έτσι έπεσα για πρώτη φορά. Από τότε όλο πέφτω, πίπτω, μεταβάλλεται το υψόμετρο στο οποίο βρίσκομαι, λόγω βαρύτητας και λόγω ταχύτητας καμία φορά. Μειώνεται η τιμή μου, η αξία μου, ξεκολλάω, βγαίνω από τη θέση μου, μεταφορικά σκοτώνομαι. Υποχωρώ, υποκύπτω, φλερτάρω, σταματάω να λειτουργώ, λόγω βλάβης ή άλλου προβλήματος. Διακόπτομαι.
 
Σηκώνομαι, παθητική φωνή του σηκώνω. Κάποιον άλλον ή τον εαυτό μου; Παύω να βρίσκομαι σε οριζόντια ή καθιστή θέση, ώστε να βρεθώ όρθια. Ξυπνώ. Ξυπνώ; Εγείρομαι.Πηγαίνω από το θρανίο μου στην έδρα ή στον πίνακα ή στο δρόμο για να εξεταστώ στο μάθημα : " ΔΕΝ ΤΟ ΞΕΡΩ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ .. ΔΕΝ ΤΟ ΞΕΡΩ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ " Βάζω το χέρι και λυγίζω το γόνατο στηρίζω με τη λεκάνη και τους πλάγιους κοιλιακούς και ΣΗΚΩ ΠΑΝΩ ΓΑΜΩΤΟ! Δεν πειράζει που έπεσες.. Μα δεν έπεσα! Πως πέφτεις μόνος σου; Κανονικά αυτός που με έριξε να έρθει να με σηκώσει. Και μετά βγάζω το σκασμό που είναι κι αυτό σαν να έχω σηκωθεί ως τη μέση. Και κοιτάζω τη φύση και τα ζώα και λέω πως μόνο οι γάτες και οι άνθρωποι πέφτουν συνέχεια και ξανασηκώνονται χωρίς να παθαίνουν κάτι. Το άλογο δεν πέφτει κάθε τρεις και λίγο. Τα φύλλα αν πέσουν δεν ξανασηκώνονται από μόνα τους. Τώρα αν τα πάρει και τα σηκώσει ο άνεμος είναι άλλο θέμα.
 
Το να σηκώνεσαι είναι σαν να έχεις απόθεμα αναπνοής, θέλεις δυο τρεις στομαχικές κοιλότητες γεμάτες αέρα. Στην πτώση έχεις δεν έχεις η πράξη δεν αποτρέπεται. Κι αναρωτιέμαι, αυτά τα "σήκω όρθια" "σήκω πάνω", με ποιά απαίτηση στα υποβάλλουν; Σου χαρίζουν μπαλόνια την ώρα που πέφτεις για να ρουφας εφεδρικό αέρα στην ανάβαση; Κι αυτά τα "δεν πειράζει ..δε βαριέσαι...κάνε σαν να μην τρέχει τίποτα" εξίσου το σώμα μου πάντα τα απωθούσε. Μόνο τα χέρια μου έγνεφαν συγκαταβατικά κι αυτά επειδή βρίσκονται πιο κοντά στο κεφάλι.
 
Μα πάνω απ'όλα αυτό που δεν κατάλαβα ποτέ είναι το αν πέφτουμε μόνοι μας ή αν ρίχνουμε ο ένας τον άλλον. Για την ανάβαση ξέρω, ξέρω, ξέρω ή καλύτερα θυμάμαι.