Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Εκτιθέμεθα...


Όταν βγήκε από το μετρό μ'εναν καφέ από το μηχάνημα στο χέρι, είχε αρχίσει κιόλας να φυσάει। Όχι νωχελικά και αδιάφορα όπως συνήθιζε τις τελευταίες μέρες, αλλά αγριεμένα। ΄Ηπιε μια γουλιά από τον καφέ της και οι μύες του προσώπου της συσπάστηκαν। Μάλλον δεν ήταν γραφτό να πιεί καφέ εκείνη τη μέρα। Ο άνεμος δυνάμωσε κι άλλο και καθώς οι περαστικοί γύρω της ανασκουμπώνονταν, πέταξε με δυσφορία το κύπελλο στον κάδο, παρέα με μια καλοζυγισμένη βρισιά। Περιμένοντας το φανάρι να ανάψει , την προσπέρασε με φούρια ένας άνδρας με καμηλό παλτό, πορτοκαλί κασκόλ ομπρέλα και μια καφέ δερμάτινη τσάντα στον ώμο του।
Δεν θα τον παρατηρούσε αν εκείνος ενώ περνούσε βιαστικός από δίπλα της, δεν την χτύπαγε κατά λάθος με την τσάντα του। Χωρίς να νοιάζεται για το πράσινο, άρχισε να διασχίζει το δρόμο ανάμεσα στα αυτοκίνητα, κάνοντας ταυτόχρονα μια μικρή μεταβολή για να την κοιτάξει κατ'ευθείαν στα μάτια και με απολογητικό χαμόγελο να σχηματίσει με τα χείλη του τη φράση "παρντονε μουά"।
Στην συνέχεια αδιαφορώντας πλήρως για τις κόρνες που τον είχαν για στόχο έφθασε στο απέναντι πεζοδρόμιο κι εξαφανίστηκε γλιστρώντας μέσα στο πλήθος।
Πράσινο। Περπατούσε ξανά και σκεφτόταν τον άνδρα , εξαιτίας της διαπεραστικής του ματιάς। Προσπάθησε να ζωγραφίσει τα χαρακτηριστικά του στο μυαλό της αλλά δεν κατάφερε να θυμηθεί παρά ελάχιστα। Μόνο το παλτό την δερμάτινη τσάντα και το πορτοκαλί κασκόλ φυσικά।
Έδιωξε τις σκέψεις και ύψωσε τα μάτια της। Είχε φτάσει। Μπροστά της ορθωνόταν ο επιβλητικός όγκος του μουσείου πιό μουντόχρωμος και πιο ακατάδεκτος απ'ότι συνήθως। Μπορεί ένα κτήριο να είναι συνοφρυωμένο; Μπορεί। Πλησίασε την είσοδο ανασκαλεύοντας στις τσέπες της για το γαλάζιο χαρτονόμισμα ανάμεσα σε ψίχουλα, κλωστές, ένα σοκολατάκι και χαρτάκια τσαλακωμένα।
Την καλωσόρισε μια μεγάλη αφίσα της έκθεσης, ριγμένη σαν μεγαλοπρεπές κόκκινο χαλί τοίχου από ένα παράθυρο του δεύτερου ορόφου। Η αφίσα παρασυρόταν και φούσκωνε με τα τερτίπια του ανέμου, κάνοντας την ίδια γυμνή, γκρίζα, λιπόσαρκη μορφη που είχε δει στο διαφημιστικό φυλλάδιο να λικνίζεται στον απρόβλεπτο ρυθμό ενός δυσερμήνευτου μυστηριακού χορού।
Ένιωσε μια κάποια αναποφασιστηκότητα, έκανε μια αβέβαιη κίνηση προς τα μπρος μια τοση δα διστακτική κίνη προς τα μπροστά, λες και είχε κατά νου πως το επόμενο της βήμα όφειλε να ναι καλοζυγισμένο, ύστερα απλώσε το χέρι κ έσπρωξε την κλειστή εξώπορτα " Άλλωστε είναι μια απλή έκθεση ζωγραφικής" σκέφτηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου